λεξικογράφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεξικογράφος λεξικογράφοι
γενική λεξικογράφου λεξικογράφων
αιτιατική λεξικογράφο λεξικογράφους
κλητική λεξικογράφε λεξικογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεξικογράφος < λεξικό + -γράφος (< γράφω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεξικογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός/αυτή που ασχολείται με τη σύνταξη ενός λεξικού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]