λεξιπενία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λεξιπενία
γενική λεξιπενίας
αιτιατική λεξιπενία
κλητική λεξιπενία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεξιπενία < λέξις + πενία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεξιπενία θηλυκό

  • η χρησιμοποίηση εξαιρετικά περιορισμένου, φτωχού, λεξιλογίου από άτομο ή ομάδα
η σημερινή νεολαία μαστίζεται από τη λεξιπενία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]