λεοντοκτονία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λεοντοκτονία θηλυκό
- (λόγιο) το σκότωμα λιονταριού
Υπερώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λεοντοκτονία
|
|