Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεοντώδης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / λεοντώδης τὸ λεοντῶδες
      γενική τοῦ/τῆς λεοντώδους τοῦ λεοντώδους
      δοτική τῷ/τῇ λεοντώδει τῷ λεοντώδει
    αιτιατική τὸν/τὴν λεοντώδη τὸ λεοντῶδες
     κλητική ! λεοντῶδες λεοντῶδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ λεοντώδεις τὰ λεοντώδη
      γενική τῶν λεοντώδων τῶν λεοντώδων
      δοτική τοῖς/ταῖς λεοντώδεσ(ν) τοῖς λεοντώδεσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς λεοντώδεις τὰ λεοντώδη
     κλητική ! λεοντώδεις λεοντώδη
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λεοντώδει τὼ λεοντώδει
      γεν-δοτ τοῖν λεοντώδοιν τοῖν λεοντώδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'μανιώδης' όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεοντώδης < λέων, γενική λέοντ- + -ώδης

Επίθετο

[επεξεργασία]

λεοντώδης, -ης, -ες

  • που μοιάζει με λιοντάρι
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 9, 590a
    ἡ δ᾽ αὐθάδεια καὶ δυσκολία ψέγεται οὐχ ὅταν τὸ λεοντῶδές
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, 8
    ἀλλὰ μᾶλλον τοῖς ἡμερωτέροις καὶ λεοντώδεσιν ἤθεσιν
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι Αλέξανδρος, 2
    καὶ κύειν παῖδα θυμοειδῆ καὶ λεοντώδη τὴν φύσιν.

Παράγωγα

[επεξεργασία]