λεπίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεπίδα λεπίδες
γενική λεπίδας λεπίδων
αιτιατική λεπίδα λεπίδες
κλητική λεπίδα λεπίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπίδα < αρχαία ελληνική λεπίς < λέπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεπίδα θηλυκό

  1. το έλασμα κοφτερού οργάνου
    το μαχαίρι έχει λεπίδα
  2. (ειδικότερα) το ξυραφάκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]