λεπροκομείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεπροκομείο λεπροκομεία
γενική λεπροκομείου λεπροκομείων
αιτιατική λεπροκομείο λεπροκομεία
κλητική λεπροκομείο λεπροκομεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπροκομείο < λεπρός + -κομείο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεπροκομείο ουδέτερο

  1. ίδρυμα όπου περιθάλπονται αυτοί που έχουν λέπρα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]