λεπτοκαρυά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λεπτοκαρυά | οι | λεπτοκαρυές |
| γενική | της | λεπτοκαρυάς | των | λεπτοκαρυών |
| αιτιατική | τη | λεπτοκαρυά | τις | λεπτοκαρυές |
| κλητική | λεπτοκαρυά | λεπτοκαρυές | ||
| Οι καταλήξεις δεν προφέρονται με συνίζηση όπως σε άλλα θηλυκά σε -ιά. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λεπτοκαρυά < λεφτοκαρυά < μεσαιωνική ελληνική λεφτοκαρυά < ελληνιστική κοινή λεπτοκάρυον[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /le.pto.ka.ɾiˈa/ (λόγια προφορά, χωρίς συνίζηση στην κατάληξη)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λε‐πτο‐κα‐ρυ‐ά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λεπτοκαρυά θηλυκό και λεπτοκαρύα και λεφτοκαρυά
- (δέντρο) άλλη ονομασία της ήμερης φουντουκιάς
Συγγενικά
[επεξεργασία]- Λεπτοκαρυά (τοπωνύμιο)
- λεπτοκάρυον
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λεπτοκαρυά
|
→ δείτε τη λέξη φουντουκιά |
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λεπτοκαρυά - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' εξαιρέσεις (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' με κατάληξη '-υά' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Δέντρα (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)