λεπτομερειακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Lua error in package.lua at line 80: module 'Module:vv/mono' not found.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπτομερειακός < λεπτομέρεια

Επίθετο[επεξεργασία]

λεπτομερειακός -ή -ό

  1. λεπτομερής, που ασχολείται με όλες τις λεπτομέρειες ενός θέματος
  2. που ασχολείται με δευτερεύοντα ζητήματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]