Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεπτοσπείρωση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λεπτοσπείρωση οι λεπτοσπειρώσεις
      γενική της λεπτοσπείρωσης* των λεπτοσπειρώσεων
    αιτιατική τη λεπτοσπείρωση τις λεπτοσπειρώσεις
     κλητική λεπτοσπείρωση λεπτοσπειρώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, λεπτοσπειρώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεπτοσπείρωση < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λεπτοσπείρωση θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]