λεπτοσπείρωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λεπτοσπείρωση | οι | λεπτοσπειρώσεις |
| γενική | της | λεπτοσπείρωσης* | των | λεπτοσπειρώσεων |
| αιτιατική | τη | λεπτοσπείρωση | τις | λεπτοσπειρώσεις |
| κλητική | λεπτοσπείρωση | λεπτοσπειρώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, λεπτοσπειρώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λεπτοσπείρωση < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λεπτοσπείρωση θηλυκό
- (κτηνιατρική, ιατρική, πάθηση) ασθένεια ανθρώπων και ζώων που προκαλείται από τη λεπτόσπειρα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λεπτοσπείρωση
Πηγές
[επεξεργασία]- λεπτοσπείρωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)