λεπτούτσικος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]λεπτούτσικος, -η, -ο
- κάπως λεπτός και μάλλον μικροκαμωμένος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λεπτούτσικος
|
|
λεπτούτσικος, -η, -ο
|
|