λεπτόνιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπτόνιο < αγγλική lepton < από το λεπτός και ηλεκτρόν-ιο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεπτόνιο ουδέτερο

  1. ελαφρύ στοιχειώδες σωματίδιο που πάνω του δεν ασκούνται ισχυρές αλληλεπιδράσεις (αντίθετα με το αδρόνιο)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]