λερώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λερώνω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λερώνω (μεταβατικό)

  1. βρομίζω, ρυπαίνω
  2. κηλιδώνω την τιμή κάποιου

(αμετάβατο)

  1. λερώνομαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]