λεσβιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική λεσβιακός λεσβιακή λεσβιακό
γενική λεσβιακού λεσβιακής λεσβιακού
αιτιατική λεσβιακό λεσβιακή λεσβιακό
κλητική λεσβιακέ λεσβιακή λεσβιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λεσβιακοί λεσβιακές λεσβιακά
γενική λεσβιακών λεσβιακών λεσβιακών
αιτιατική λεσβιακούς λεσβιακές λεσβιακά
κλητική λεσβιακοί λεσβιακές λεσβιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λεσβιακός < ελληνιστική κοινή < Λέσβος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /lɛ.zvi.a.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

λεσβιακός

  1. ο αναφερόμενος στο νησί Λέσβος
  2. ο αναφερόμενος στην γυναικεία ομοφυλοφιλία

32πχ Μεταφράσεις[]