λευκίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λευκίτης λευκίτες
γενική λευκίτη λευκιτών
αιτιατική λευκίτη λευκίτες
κλητική λευκίτη λευκίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λευκίτης < ελληνιστική κοινή λευκίτης < αρχαία ελληνική λευκός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λευκίτης αρσενικό

  1. (ορυκτολογία) λευκού χρώματος ορυκτό της ομάδας των αστριοειδών με χημικό τύπο KAlSi2O6
  2. (ιατρική) ο αλφικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]