Μετάβαση στο περιεχόμενο

λευκαίνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λευκαίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λευκαίνω[1][2] < λευκός + -αίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewk-

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /lef.ˈce.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λευκαίνω

λευκαίνω

  1. κάνω κάτι λευκό
  2. γίνομαι λευκός

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. λευκαίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. λευκαίνω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)