λευκαίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λευκαίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λευκαίνω[1][2] < λευκός + -αίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewk-
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /lef.ˈce.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λευ‐καί‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]λευκαίνω
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη λευκός
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | λευκαίνω | λεύκαινα | θα λευκαίνω | να λευκαίνω | λευκαίνοντας | |
| β' ενικ. | λευκαίνεις | λεύκαινες | θα λευκαίνεις | να λευκαίνεις | λεύκαινε | |
| γ' ενικ. | λευκαίνει | λεύκαινε | θα λευκαίνει | να λευκαίνει | ||
| α' πληθ. | λευκαίνουμε | λευκαίναμε | θα λευκαίνουμε | να λευκαίνουμε | ||
| β' πληθ. | λευκαίνετε | λευκαίνατε | θα λευκαίνετε | να λευκαίνετε | λευκαίνετε | |
| γ' πληθ. | λευκαίνουν(ε) | λεύκαιναν λευκαίναν(ε) |
θα λευκαίνουν(ε) | να λευκαίνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | λεύκανα | θα λευκάνω | να λευκάνω | λευκάνει | ||
| β' ενικ. | λεύκανες | θα λευκάνεις | να λευκάνεις | λεύκανε | ||
| γ' ενικ. | λεύκανε | θα λευκάνει | να λευκάνει | |||
| α' πληθ. | λευκάναμε | θα λευκάνουμε | να λευκάνουμε | |||
| β' πληθ. | λευκάνατε | θα λευκάνετε | να λευκάνετε | λευκάνετε | ||
| γ' πληθ. | λεύκαναν λευκάναν(ε) |
θα λευκάνουν(ε) | να λευκάνουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω λευκάνει | είχα λευκάνει | θα έχω λευκάνει | να έχω λευκάνει | ||
| β' ενικ. | έχεις λευκάνει | είχες λευκάνει | θα έχεις λευκάνει | να έχεις λευκάνει | ||
| γ' ενικ. | έχει λευκάνει | είχε λευκάνει | θα έχει λευκάνει | να έχει λευκάνει | ||
| α' πληθ. | έχουμε λευκάνει | είχαμε λευκάνει | θα έχουμε λευκάνει | να έχουμε λευκάνει | ||
| β' πληθ. | έχετε λευκάνει | είχατε λευκάνει | θα έχετε λευκάνει | να έχετε λευκάνει | ||
| γ' πληθ. | έχουν λευκάνει | είχαν λευκάνει | θα έχουν λευκάνει | να έχουν λευκάνει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λευκαίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ λευκαίνω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αίνω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)