λευκοπλάστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λευκοπλάστης λευκοπλάστες
γενική λευκοπλάστη λευκοπλαστών
αιτιατική λευκοπλάστη λευκοπλάστες
κλητική λευκοπλάστη λευκοπλάστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λευκοπλάστης < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική leucoplaste < αρχαία ελληνική λευκός + πλάστης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lε.fkɔ.ˈpla.stis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λευκοπλάστης αρσενικό

  1. (ιατρική) είδος ταινίας που την κολλάνε στο δέρμα, για να συγκρατηθεί κάποιος επίδεσμος ή και για άλλους λόγους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τσιρότο
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : λευκοπλάστ
  2. (συνεκδοχικά) ο λευκοπλάστης με τμήμα γάζας, το χανζαπλάστ
  3. (βοτανική) είδος πλαστιδίου, μέσα στο οποίο σχηματίζονται οι αμυλόκοκκοι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα: αμυλοπλάστης, ελαιοπλάστης, πρωτεϊνοπλάστης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]