λευκόχρυσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λευκόχρυσος < λευκός + χρυσός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λευκόχρυσος αρσενικό

  1. (χημεία) χημικό στοιχείο της κατηγορίας των μετάλλων με ατομικό αριθμό 78 και χημικό σύμβολο το Pt
  2. (μεταλλουργία) η πλατίνα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]