λεωφορειούχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεωφορειούχος λεωφορειούχοι
γενική λεωφορειούχου λεωφορειούχων
αιτιατική λεωφορειούχο λεωφορειούχους
κλητική λεωφορειούχε λεωφορειούχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεωφορειούχος < λεωφορείο + -ούχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεωφορειούχος αρσενικό ή θηλυκό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]