λεωφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεωφόρος λεωφόροι
γενική λεωφόρου λεωφόρων
αιτιατική λεωφόρο λεωφόρους
κλητική λεωφόρε
λεωφόρο*
λεωφόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεωφόρος, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική λεωφόρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεωφόρος θηλυκό

  • οδός μεγάλου μήκους και πλάτους, συχνά με πολλές λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεωφόρος < λεώς + φέρω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λεωφόρος, -ος, -ον

  • αττική και ιωνική μορφή της λέξης λαοφόρος: που μεταφέρει το λαό, που αναφέρεται στη μετακίνηση του λαού
λεωφόρων πυλέων (Ηρόδοτος, 1.187)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεωφόρος θηλυκό

  1. η λεωφόρος (οδός)
  2. η πόρνη

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883