Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεῖμαξ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : λείμαξ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
λειμᾰκ-
ονομαστική ἡ λεῖμαξ αἱ λείμακες
      γενική τῆς λείμακος τῶν λειμάκων
      δοτική τῇ λείμακῐ ταῖς λείμαξῐ(ν)
    αιτιατική τὴν λείμακᾰ τὰς λείμακᾰς
     κλητική ὦ! λεῖμαξ λείμακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λείμακε
γεν-δοτ τοῖν  λειμάκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεῖμαξ < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λεῖμαξ, -ακος θηλυκό

  1. λιβάδι
    ≈ συνώνυμα: λειμών
  2. κήπος