Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεῖος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική λεῖος λεί τὸ λεῖον
      γενική τοῦ λείου τῆς λείᾱς τοῦ λείου
      δοτική τῷ λεί τῇ λεί τῷ λεί
    αιτιατική τὸν λεῖον τὴν λείᾱν τὸ λεῖον
     κλητική ! λεῖε λεί λεῖον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ λεῖοι αἱ λεῖαι τὰ λεῖ
      γενική τῶν λείων τῶν λείων τῶν λείων
      δοτική τοῖς λείοις ταῖς λείαις τοῖς λείοις
    αιτιατική τοὺς λείους τὰς λείᾱς τὰ λεῖ
     κλητική ! λεῖοι λεῖαι λεῖ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λείω τὼ λεί τὼ λείω
      γεν-δοτ τοῖν λείοιν τοῖν λείαιν τοῖν λείοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «ὡραῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεῖος < *λεῖϝος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leh₁y-u-

Επίθετο

[επεξεργασία]

λεῖος, -α, -ον

  1. απαλός, λείος, ομαλός στην αφή
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 484
    ἥ ῥά τ’ ἐν εἱαμενῇ ἕλεος μεγάλοιο πεφύκει λείη
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, 3, 10.1
    καὶ τὰ μαλακὰ καὶ τὰ τραχέα καὶ τὰ λεῖα καὶ τὰ νέα καὶ τὰ παλαιὰ σώματα
     συνώνυμα:  λισσός, ψιλός
  2. που έχει απαλή επιδερμίδα, χωρίς γένια, άτριχος
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 6, 582b35
    καὶ νεωτέροις καὶ πρεσβυτέροις οὖσι, τοῖς ὑγροῖς καὶ λείοις καὶ μὴ φλεβώδεσι, καὶ τούτων μᾶλλον τοῖς μέλασιν ἢ λευκοῖς.
  3. (για υφάσματα) μη ανάγλυφος, απλός, χωρίς κεντήματα
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 2, 97
    χωρὶς δὲ ὅσα ὑφαντά τε καὶ λεῖα καὶ ἡ ἄλλη κατασκευή
  4. (για τόπους) επίπεδος, ομαλός, ισόπεδος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 330
    λεῖος δ’ ἱππόδρομος ἀμφίς
  5. (μεταφορικά, για τον άνεμο) απαλός, μαλακός, ήπιος
  6. (για τις λέξεις)
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 647
    αἰεὶ γὰρ ὄψεις ἔννυχοι πωλεύμεναι // ἐς παρθενῶνας τοὺς ἐμοὺς παρηγόρουν // λείοισι μύθοις ὦ μέγ᾽ εὔδαιμον κόρη

Συγγενικά

[επεξεργασία]