Μετάβαση στο περιεχόμενο

λημματολογώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λημματολογώ < λημματολόγιο +

λημματολογώ (παθητική φωνή: λημματολογούμαι)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]