ληστεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ληστεία ληστείες
γενική ληστείας ληστειών
αιτιατική ληστεία ληστείες
κλητική ληστεία ληστείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ληστεία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ληστεία θηλυκό

  1. κλοπή με χρήση βίας ή ενέργειας θεωρούμενης ως βίας (βρισιά, ξυλοδαρμός ακόμη κι απλή παρουσία που δύναται να συνταράξει ψυχολογικά το θύμα - σε λεπτότερες εκδοχές το κρίνει η δικαστική αρχή)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]