ληστεία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ληστεία | οι | ληστείες |
| γενική | της | ληστείας | των | ληστειών |
| αιτιατική | τη | ληστεία | τις | ληστείες |
| κλητική | ληστεία | ληστείες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ληστεία < αρχαία ελληνική λῃστεία < λῃστεύω < λῃστής < λῄζομαι / ληΐζομαι < ληΐς < πρωτοελληνική *lāwíts < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂wíds < *leh₂w- (αρπάζω, κερδίζω)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ληστεία θηλυκό
- (νομικός όρος) αφαίρεση ξένης κινητής περιουσίας με χρήση ή απειλή φυσικής ή ψυχολογικής βίας, με σκοπό τον ιδιοτελή σφετερισμό
- (κατ’ επέκταση) η συστηματική δράση ληστών ως κοινωνικό ή εγκληματολογικό φαινόμενο
- (μεταφορικά) πράξη υπερβολικής εκμετάλλευσης ή άδικης αποκόμισης οφέλους σε βάρος άλλων
- (ιστορία, Τουρκοκρατία) η παρατεταμένη παρουσία και ενέργεια ένοπλων ληστών σε αγροτικές ή ημιορεινές περιοχές, ιδίως σε εποχές κρατικής αδυναμίας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)