ληστρικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ληστρικός ληστρική ληστρικό
γενική ληστρικού ληστρικής ληστρικού
αιτιατική ληστρικό ληστρική ληστρικό
κλητική ληστρικέ ληστρική ληστρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ληστρικοί ληστρικές ληστρικά
γενική ληστρικών ληστρικών ληστρικών
αιτιατική ληστρικούς ληστρικές ληστρικά
κλητική ληστρικοί ληστρικές ληστρικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ληστρικός < αρχαία ελληνική λῃστρικός < λFηστρικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /li.stɾi.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /li.stɾi.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /li.stɾi.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ληστρικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με ληστεία ή / και με ληστές
  2. που μοιάζει με ληστεία
  3. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από δόλια και αρπακτική διάθεση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]