λιανός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λιανός λιανή λιανό
γενική λιανού λιανής λιανού
αιτιατική λιανό λιανή λιανό
κλητική λιανέ λιανή λιανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λιανοί λιανές λιανά
γενική λιανών λιανών λιανών
αιτιατική λιανούς λιανές λιανά
κλητική λιανοί λιανές λιανά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιανός < μεσαιωνική ελληνική λιανός < λείος < αρχαία ελληνική λεῖος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁lengʷʰ- (ελαφρύς)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λιανός, -ή, -ό

  1. (λαϊκότροπο) λεπτός, αδύνατος
  2. (ουσιαστικοποιημένο) λιανά
    1. τα κομματάκια
    2. (μεταφορικά) (οικονομία) τα ψιλά, τα κέρματα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]