Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιβάδι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Λιβάδι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λιβάδι τα λιβάδια
      γενική του λιβαδιού των λιβαδιών
    αιτιατική το λιβάδι τα λιβάδια
     κλητική λιβάδι λιβάδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιβάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λιβάδιν < ελληνιστική κοινή λιβάδιον < αρχαία ελληνική λιβάς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /liˈva.ði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λιβάδι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
Κίτρινο λιβάδι

λιβάδι ουδέτερο

  1. έκταση που καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση, κυρίως χορτάρι, κατάλληλη για βόσκηση
      Συλλογικά, η συμπεριφορά μας μοιάζει με αυτήν του κτηνοτρόφου: νοιαστήκαμε μόνο για την πάρτη μας, υπερβοσκήσαμε το κοινό λιβάδι - τα δημόσια οικονομικά, υπό την ευρεία έννοια -, και φυσικά δεν προκαλεί έκπληξη που καταρρεύσαμε, που το πράσινο λιβάδι έγινε άγονη γη. (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών, Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)
     συνώνυμα: τσαΐρι
  2. λιμνοθάλασσα με πολύ μικρό βάθος, στην οποία εκτρέφονται ψάρια

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιβάδι < μεσαιωνική ελληνική λιβάδιον
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: λιβάδι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λιβάδι ουδέτερο

  • άλλη μορφή του λιβάδιον
      14ος αιώνας, ανωνύμου, Χρονικόν του Μορέως, Επιμελητής:Schmitt, 1904, Κώδικες H & P στις σελίδες 314+315
    • έκδ.2015, σελ. 314, κώδικας Κοπεγχάγης (Havniensis) στίχ. 4779
    οὕτως ἐσφάξαν τοὺς Ῥωμαίους ὡς φάλκος τὸ λιβάδι.
      16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Πανώρια, Πράξη Γ', στίχ. 340 (339-340)
    Θυμήσου τσὶ ξεφάντωσες, τσʼ ἐδίδαμεν ὁμάδι,
    Φροσύνη, ʼς τοῦτα τὰ λαγκὰ κʼ εἰς τοῦτο τὸ λιβάδι.
    Εμμανουήλ Κριαράς, Γεωργίου Χορτάτση, Πανώρια. Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο Εμμανουήλ Κριαρά, Βυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 131