λιβάδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιβάδι λιβάδια
γενική λιβαδιού λιβαδιών
αιτιατική λιβάδι λιβάδια
κλητική λιβάδι λιβάδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιβάδι < ελληνιστική κοινή λιβάδιον < αρχαία ελληνική λιβάς
κίτρινο λιβάδι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /li.ˈva.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιβάδι ουδέτερο

  1. έκταση που καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση, κυρίως χορτάρι, κατάλληλη για βόσκηση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τσαΐρι
  2. λιμνοθάλασσα με πολύ μικρό βάθος, στην οποία εκτρέφονται ψάρια

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]