λιβάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική λιβάς λιβάδε λιβάδες
Γενική λιβάδος λιβάδοιν λιβάδων
Δοτική λιβάδι λιβάδοιν λιβάσι(ν)
Αιτιατική λιβάδα λιβάδε λιβάδας
Κλητική λιβάς λιβάδε λιβάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιβάς < λείβω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιβάς θηλυκό

  1. ό,τι πέφτει σταγόνα σταγόνα, ό,τι στάζει ή σταλάζει
  2. πηγή
  3. ρυάκι
  4. (πληθυντικός) λιβάδες: τα νερά της βροχής, τα όμβρια ύδατα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]