λιβελούλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: λίβελος, λίβελλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Darter August 2007-2.jpg
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λιβελούλη οι λιβελούλες
      γενική της λιβελούλης
    αιτιατική τη λιβελούλη τις λιβελούλες
     κλητική λιβελούλη λιβελούλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «ζέστη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιβελούλη < λιβελούλα +

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιβελούλη θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]