λιγάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιγάκι < υποκοριστικό του λίγο + -άκι

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

λιγάκι

  1. σε μέτριο βαθμό, όχι πολύ.
    Είμαι λιγάκι κουρασμένος.
  2. για μικρή χρονική διάρκεια.
    Περίμενε λιγάκι.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]