λιγοστός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιγοστός < ελληνιστική κοινή ὀλιγοστός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λιγοστός, -ή, -ό

  1. μικρός σε αριθμό, ποσότητα, λίγος
    η φωτιά έκαψε και τα λιγοστά δέντρα που είχαν απομείνει στο δάσος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]