λιγούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιγούρα λιγούρες
γενική λιγούρας
αιτιατική λιγούρα λιγούρες
κλητική λιγούρα λιγούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιγούρα < λιγώνω + -ούρα < ελληνιστική κοινή ὀλιγόω / ὀλιγῶ < αρχαία ελληνική ὀλίγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιγούρα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

λιγούρα θηλυκό

  1. θηλυκό του λιγούρης, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού