λιθανάγλυφο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιθανάγλυφο λιθανάγλυφα
γενική λιθανάγλυφου λιθανάγλυφων
αιτιατική λιθανάγλυφο λιθανάγλυφα
κλητική λιθανάγλυφο λιθανάγλυφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιθανάγλυφο < λιθ- + ανάγλυφο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιθανάγλυφο ουδέτερο

  • ανάγλυφη παράσταση ή επιγραφή πάνω σε λίθο ο οποίος αποτελεί δομικό στοιχείο ενός κτίσματος, όπως για παράδειγμα κατοικία, εκκλησία, κάστρο
    Χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής της Τουρκοκρατίας είναι τα λιθανάγλυφα, που κοσμούν εξωτερικώς τον ναό
    λιθανάγλυφο από υπέρθυρο σπιτιού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]