Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιθόστρωτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λιθόστρωτος η λιθόστρωτη το λιθόστρωτο
      γενική του λιθόστρωτου της λιθόστρωτης του λιθόστρωτου
    αιτιατική τον λιθόστρωτο τη λιθόστρωτη το λιθόστρωτο
     κλητική λιθόστρωτε λιθόστρωτη λιθόστρωτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λιθόστρωτοι οι λιθόστρωτες τα λιθόστρωτα
      γενική των λιθόστρωτων των λιθόστρωτων των λιθόστρωτων
    αιτιατική τους λιθόστρωτους τις λιθόστρωτες τα λιθόστρωτα
     κλητική λιθόστρωτοι λιθόστρωτες λιθόστρωτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιθόστρωτος < αρχαία ελληνική λιθόστρωτος < λίθος + στρώννυμι

Επίθετο

[επεξεργασία]

λιθόστρωτος, -η, -ο

  1. που τον έχουν λιθοστρώσει
      Ὁ πλοίαρχος ἠρραβωνίσθη ἐν τῇ Βασιλευούσῃ, καὶ κατῆλθε μὲ τὸ καράβι εἰς τὴν πατρίδα, ὅπου παρήγγειλε νὰ τοῦ κτίσουν, μὲ σχέδιον κομψὸν καὶ ἀσύνηθες ἕως τότε εἰς τὴν πολίχνην, τὴν μικρὰν ὡραίαν οἰκίαν, σκοπεύων μὲ τὸ πρῶτον ταξίδιον νὰ φέρῃ ἔπιπλα ἀπὸ τὴν Βενετίαν, διὰ νὰ εὐτρεπίσῃ, νὰ στολίσῃ τὴν νεόκτιστον οἰκίαν καὶ τὴν κάμῃ ἀξίαν τῆς ἁβρᾶς κοκόνας, τὴν ὁποίαν ἐμελέτα νὰ φέρῃ ἀπὸ τὴν Πόλιν. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία δὲν ἔμελλε νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ κοκόνα δὲν ἔμελλε νὰ κατέλθῃ. Ἡ κοκόνα, ὀκτὼ μῆνας μετὰ τὴν μνηστείαν, ἀπέθνησκε φθισικὴ εἰς τὸ Σταυροδρόμι, καὶ ἡ οἰκία ἔμεινεν ἀτελείωτη, ἔρημη καὶ ἄχαρη, ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον ἀνηφορικὸν δρόμον, σιμὰ εἰς τὸν κρημνώδη βράχον.
    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911), Της κοκόνας το σπίτι
  2. (ουσιαστικοποιημένο) λιθόστρωτο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]