Μετάβαση στο περιεχόμενο

λικέρ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Γαλλικά λικέρ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λικέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική liqueur

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /liˈceɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λικέρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λικέρ ουδέτερο άκλιτο

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]