λικνιστικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]λικνιστικός
- που λικνίζεται, που γίνεται με λίκνισμα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λικνιστικός
|
|
λικνιστικός
|
|