λιλί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιλί λιλιά
γενική λιλιού λιλιών
αιτιατική λιλί λιλιά
κλητική λιλί λιλιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιλί ουδέτερο

Δεν θεωρείται χυδαία ονομασία και έχει μια περιπαικτική διάθεση. Χρησιμοποιείται και στον πληθυντικό, πιθανότατα συμπεριλαμβανομένων και των άλλων 2.

φράσεις[επεξεργασία]

  • Βάλε ρε κάνα βρακί που τριγυρνάς με τα λιλιά όξω!: (σκωπτικό) για ερωτύλο, για άτομο μη εγκρατές σεξουαλικά