λιμάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λιμάρω < ιταλική limare < λατινική limo < lima < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lei- (λείος)

Open book 01.svg Ρήμα[]

λιμάρω

  1. κάνω λείο ένα (συνήθως) μεταλλικό αντικείμενο ή μειώνω το πάχος του, χρησιμοποιώντας μια λίμα
  2. (μεταφορικά) φλυαρώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  • δείτε τη λέξη: λίμα (1)

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]