Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιμεναρχείο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λιμεναρχείο τα λιμεναρχεία
      γενική του λιμεναρχείου των λιμεναρχείων
    αιτιατική το λιμεναρχείο τα λιμεναρχεία
     κλητική λιμεναρχείο λιμεναρχεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιμεναρχείο < λιμενάρχ(ης) + -εῖον, (καθαρεύουσα) λιμεναρχ(εῖον), ήδη από το 1833 + -είο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /li.me.naɾˈçi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λιμεναρχείο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λιμεναρχείο ουδέτερο

  • η διοικητική δύναμη και η διοικητική στέγη του λιμανιού

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]