λιμενικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική λιμενικός λιμενική λιμενικό
γενική λιμενικού λιμενικής λιμενικού
αιτιατική λιμενικό λιμενική λιμενικό
κλητική λιμενικέ λιμενική λιμενικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λιμενικοί λιμενικές λιμενικά
γενική λιμενικών λιμενικών λιμενικών
αιτιατική λιμενικούς λιμενικές λιμενικά
κλητική λιμενικοί λιμενικές λιμενικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιμενικός < λιμένας + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λιμενικός, -ή, -ό

  1. (ναυτικός όρος): ο σχετικός με λιμένα ή λειτουργίες αυτού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιμενικός < Λιμενικό Σώμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιμενικός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ανήκει στο Λιμενικό Σώμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]