λιμνάζων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λιμνάζων λιμνάζουσα λιμνάζον
γενική λιμνάζοντος λιμνάζουσας
(λιμναζούσης)
λιμνάζοντος
αιτιατική λιμνάζοντα λιμνάζουσα λιμνάζον
κλητική λιμνάζων λιμνάζουσα λιμνάζον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λιμνάζοντες λιμνάζουσες λιμνάζοντα
γενική λιμναζόντων λιμναζουσών λιμναζόντων
αιτιατική λιμνάζοντες λιμνάζουσες λιμνάζοντα
κλητική λιμνάζοντες λιμνάζουσες λιμνάζοντα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιμνάζων < λιμνάζω

Μετοχή[επεξεργασία]

ο λιμνάζων, -ουσα, -ον

  1. που είναι σαν λίμνη, λιμνάζει, τελματώνεται, μένει στάσιμος, κυρίως όμως το υγρό που δεν ρέει ή το πρόβλημα που η επίλυσή του αναβάλλεται διαρκώς
    λιμνάζοντα νερά / λιμνάζοντα ύδατα (τα στάσιμα νερά)
    λιμνάζουσες καταστάσεις (προβληματικές συνθήκες που δεν αντιμετωπίζονται)
    λιμνάζουσες εκτάσεις (π.χ. παραλίμνιες, ελώδεις)
    λιμνάζουσες αέριες μάζες


Μεταφράσεις[επεξεργασία]