λιμουζίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λιμουζίνα οι λιμουζίνες
      γενική της λιμουζίνας των λιμουζινών
    αιτιατική τη λιμουζίνα τις λιμουζίνες
     κλητική λιμουζίνα λιμουζίνες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιμουζίνα < γαλλική limousine < Limousin (περιοχή της κεντρικής Γαλλίας)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιμουζίνα θηλυκό,


Μεταφράσεις[επεξεργασία]