Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιμουζίνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λιμουζίνα οι λιμουζίνες
      γενική της λιμουζίνας των λιμουζινών
    αιτιατική τη λιμουζίνα τις λιμουζίνες
     κλητική λιμουζίνα λιμουζίνες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Λιμουζίνα Rolls-Royce Phantom IV.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιμουζίνα < (λόγιο δάνειο) γαλλική limousine[1] < Limousin (περιοχή της κεντρικής Γαλλίας)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λιμουζίνα θηλυκό,

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]