λιμουζίνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιμουζίνα λιμουζίνες
γενική λιμουζίνας λιμουζινών
αιτιατική λιμουζίνα λιμουζίνες
κλητική λιμουζίνα λιμουζίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιμουζίνα < γαλλική limousine < Limousin (περιοχή της κεντρικής Γαλλίας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιμουζίνα θηλυκό,

  1. είδος πολυτελούς αυτοκινήτου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]