λιμόζα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λιμόζα | οι | λιμόζες |
| γενική | της | λιμόζας | — | |
| αιτιατική | τη | λιμόζα | τις | λιμόζες |
| κλητική | λιμόζα | λιμόζες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λιμόζα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λιμόζα θηλυκό
- (πτηνό) είδος πουλιού
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
λιμόζα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λιμόζα
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πτηνά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)