λινοτυπικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]λινοτυπικός
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη λινοτυπία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λινοτυπικός
|
|
λινοτυπικός
|
|