λιξούρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιξούρης < από το αρχικό ασθενές θέμ- (λιχ-) του ρ. λείχω= γλείφω· μέλλων λείξω.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λιξούρης -α -ικο, αυτός που καταβροχθίζει και ονειρεύεται λουκούλια γεύματα, ο λαίμαργος.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]