λιονταρίσιος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | λιονταρίσιος | η | λιονταρίσια | το | λιονταρίσιο |
| γενική | του | λιονταρίσιου | της | λιονταρίσιας | του | λιονταρίσιου |
| αιτιατική | τον | λιονταρίσιο | τη | λιονταρίσια | το | λιονταρίσιο |
| κλητική | λιονταρίσιε | λιονταρίσια | λιονταρίσιο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | λιονταρίσιοι | οι | λιονταρίσιες | τα | λιονταρίσια |
| γενική | των | λιονταρίσιων | των | λιονταρίσιων | των | λιονταρίσιων |
| αιτιατική | τους | λιονταρίσιους | τις | λιονταρίσιες | τα | λιονταρίσια |
| κλητική | λιονταρίσιοι | λιονταρίσιες | λιονταρίσια | |||
| Προφέρεται με συνίζηση ως παροξύτονο. | ||||||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λιονταρίσιος < λιοντάρι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʎon.daˈɾi.sços/
Επίθετο
[επεξεργασία]λιονταρίσιος, -ια, -ιο
- που ανήκει ή ταιριάζει στο λιοντάρι ή μοιάζει σ' αυτό
- ※ Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά. / Στην καρδιά μου / τα βλέφαρά μου κλεισμένα· / και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
- ⌘ Άγγελος Σικελιανός, Γυρισμός, 1907
- ※ Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά. / Στην καρδιά μου / τα βλέφαρά μου κλεισμένα· / και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)