Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιοστάσι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λιοστάσι τα λιοστάσια
      γενική του (λιοστασιού) των (λιοστασιών)
    αιτιατική το λιοστάσι τα λιοστάσια
     κλητική λιοστάσι λιοστάσια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιοστάσι < λιο- + -στάσι. Δείτε και τα αρχαία ἐλαία και ἵστημι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʎoˈsta.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λιοστάσι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λιοστάσι ουδέτερο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

και

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]