λιπαρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική λιπαρός λιπαρή λιπαρό
γενική λιπαρού λιπαρής λιπαρού
αιτιατική λιπαρό λιπαρή λιπαρό
κλητική λιπαρέ λιπαρή λιπαρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λιπαροί λιπαρές λιπαρά
γενική λιπαρών λιπαρών λιπαρών
αιτιατική λιπαρούς λιπαρές λιπαρά
κλητική λιπαροί λιπαρές λιπαρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιπαρός < αρχαία ελληνική λιπαρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λιπαρός, -ή, -ό

  1. ο περιέχων λίπος
  2. αυτός που προκαλεί την αίσθηση (οπτικά ή στην αφή ή στην γεύση) ότι περιέχει λίπος ή κάτι σαν λίπος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιπαρός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

  1. ο περιεχων λίπος
  2. ο λαμπερός, ο ακτινοβόλος
  3. ο υγιής και νεανικός, αρυτίδιαστατος, χωρίς ψεγάδι
  4. ο πλούσιος -σε χρήμα
  5. ο άφθονος
  6. (θηλ) η ήρεμη θάλασσα (ανάλογη χρήση με τη νεοελληνική φράση "η θάλασσα ήταν λάδι")