Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιπογένεση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λιπογένεση οι λιπογενέσεις
      γενική της λιπογένεσης* των λιπογενέσεων
    αιτιατική τη λιπογένεση τις λιπογενέσεις
     κλητική λιπογένεση λιπογενέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, λιπογενέσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιπογένεση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική lipogenesis.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε λιπό- + γένεση (< αρχαία ελληνική λίπος + γένεσις)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λιπογένεση θηλυκό

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.