Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιποδιαλυτικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λιποδιαλυτικός η λιποδιαλυτική το λιποδιαλυτικό
      γενική του λιποδιαλυτικού της λιποδιαλυτικής του λιποδιαλυτικού
    αιτιατική τον λιποδιαλυτικό τη λιποδιαλυτική το λιποδιαλυτικό
     κλητική λιποδιαλυτικέ λιποδιαλυτική λιποδιαλυτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λιποδιαλυτικοί οι λιποδιαλυτικές τα λιποδιαλυτικά
      γενική των λιποδιαλυτικών των λιποδιαλυτικών των λιποδιαλυτικών
    αιτιατική τους λιποδιαλυτικούς τις λιποδιαλυτικές τα λιποδιαλυτικά
     κλητική λιποδιαλυτικοί λιποδιαλυτικές λιποδιαλυτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιποδιαλυτικός < λιπο- + διαλυτικός, (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική lipodissolving)

Επίθετο

[επεξεργασία]

λιποδιαλυτικός, -ή, -ό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]