λιποδιαλυτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λιποδιαλυτικός < λιπο- + διαλυτικός, (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική lipodissolving)
Επίθετο
[επεξεργασία]λιποδιαλυτικός, -ή, -ό
- που σχετίζεται ή συντελεί στη λιποδιάλυση
Παράγωγα
[επεξεργασία]- λιποδιαλυτικά (επίρρημα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λιποδιαλυτικός
Πηγές
[επεξεργασία]- λιποδιαλυτικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)