Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιποειδής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λιποειδής η λιποειδής το λιποειδές
      γενική του λιποειδούς* της λιποειδούς του λιποειδούς
    αιτιατική τον λιποειδή τη λιποειδή το λιποειδές
     κλητική λιποειδή(ς) λιποειδής λιποειδές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λιποειδείς οι λιποειδείς τα λιποειδή
      γενική των λιποειδών των λιποειδών των λιποειδών
    αιτιατική τους λιποειδείς τις λιποειδείς τα λιποειδή
     κλητική λιποειδείς λιποειδείς λιποειδή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιποειδής < (λίπος) λιπο- + -ειδής  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο

[επεξεργασία]

λιποειδής

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]